Λεξικό



Αυγοκόβω = χτυπώ  το ασπράδι ενός αυγού με ένα πιρούνι σ' ένα βαθύ πιάτο μέχρι να γίνει άσπρη κρέμα ( μαρέγκα), συνεχίζω το χτύπημα με τον κρόκο, τον χυμό ενός λεμονιού, μισό ποτηράκι ζωμό, τα ρίχνω στη ζεστή σούπα μου, ανακατεύοντάς την συνεχώς.
Δέσιμο = πήξιμο σάλτσας.
Ζεματώ = βράζω ένα υλικό με λίγο ελαφρύ αλατόνερο νερό για 1-2 λεπτά, σουρώνω.

Λαδολέμονο= Σε ένα μπολ βάζουμε λάδι, λεμόνι, πιπέρι, ρίγανη ή θυμάρι και τα αναδεύουμε ρυθμικά με το πιρούνι  για να πήξει. Αν δεν πήξει προσθέτουμε λάδι.
Ανακατεύονται και στο σέικερ του καφέ.
Μαρινάρω = όταν τοποθετώ ένα υλικό(ψάρι, κρέας…) σε κάποιο υγρό με μυρωδικά για να αρωματιστεί και να μαλακώσει.
Μια πρέζα = τόση ποσότητα όση μπορεί να πιάσει ο αντίχειρας με τον δείκτη.
Μπεν μαρί = όταν λιώνω ένα υλικό μέσα σε κατσαρολάκι, που είναι κατά τα 2/3 μέσα σε νερό που βράζει.
Ξάφρισμα = όταν με μια τρυπητή κουτάλα αφαιρώ τον αφρό ενός υλικού που βράζει(κρέας).
Ροδίζω, τσιγαρίζω = όταν ψήνω σε καυτό λάδι μέχρι να ροδοψηθεί η επιφάνεια ενός στεγνού υλικού, τότε γυρνώ το υλικό από την άλλη πλευρά.
Σβήσιμο = όταν στο ζεστό λάδι προσθέσω ένα υγρό.
Σιρόπι δεμένο = το κρύο σιρόπι κυλάει από το κουταλάκι παχιές σταγόνες
Στον αχνό = όταν ψήνω ένα υλικό σε ταψάκι πάνω από μια κατσαρόλα με νερό που βράζει.

  ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΣΤΗ Σε αυτήν την σελίδα θα παραθέσω μια σε...

Τι μαγείρεψα σήμερα

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου